top of page

Ομιλία Πέτρου Κόκκαλη στο 3ο Συνέδριο της ΠΑΣΠ Κομοτηνής

  • 3 hours ago
  • 17 min read

Κομοτηνή, Σάββατο 2 Μαΐου 2026


Ο Γραμματέας του ΚΟΣΜΟΥ Πέτρος Κόκκαλης συμμετείχε μαζί με τον πρώην Πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, στο κεντρικό πάνελ με τίτλο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Δημοκρατία ή Αυταρχισμός;» του 3ου Συνεδρίου της Πανελλήνιας Αγωνιστικής Σπουδαστικής Παράταξης (Π.Α.Σ.Π.) Κομοτηνής, το Σάββατο 2 Μαΐου. Επίσης, στο συνέδριο συμμετείχαν -μεταξύ άλλων- ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Γερουλάνος, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, ο πρώην Υπουργός και πρώην Βουλευτής Ροδόπης Γιώργος Πεταλωτής, κ.α.


Ακολουθεί η ομιλία του Πέτρου Κόκκαλη:


«Φίλες και φίλοι,


σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να συμμετάσχω στο 3ο Συνέδριο της ΠΑΣΠ Κομοτηνής, συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία σε όλη την οργανωτική ομάδα, και ιδιαίτερα στον Θάνο Τασίκα.


Χαίρομαι που βρίσκομαι σήμερα εδώ, σε μια εκδήλωση της ΠΑΣΠ, μαζί με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Παύλο Γερουλάνο, με τους υπόλοιπους ομιλητές και ομιλήτριες και βεβαίως με όλους εσάς, γιατί αν υπάρχει ένας πολιτικός χώρος στην Ελλάδα που ιστορικά μίλησε νωρίς για πράσινη ανάπτυξη, για δημοκρατική συμμετοχή, για διεθνισμό, για κοινωνική δικαιοσύνη, αυτός είναι ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος.


Ακριβώς γι’ αυτό, σήμερα δεν θέλω να μιλήσω γενικά για το κλίμα. Θέλω να μιλήσω για μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.


Για το κόστος της ενέργειας που πληρώνει κάθε σπίτι.


Για το κόστος των τροφίμων που ανεβαίνει όταν η Θεσσαλία πλημμυρίζει, όταν η ξηρασία χτυπά την παραγωγή, όταν ο αγρότης πληρώνει ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερες εισροές, ακριβότερο νερό.


Για το εισόδημα των νέων ανθρώπων, που συμπιέζεται από ενοίκια, λογαριασμούς και αβεβαιότητα.


Και θέλω να μιλήσω για το ποιος τελικά πληρώνει όταν μια χώρα επιμένει να σχεδιάζει το μέλλον της με τα καύσιμα του παρελθόντος.


Πριν λίγες ημέρες, στην Σάντα Μάρτα της Κολομβίας, έγινε κάτι ιστορικό. Πενήντα επτά χώρες, που αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας οικονομίας, συναντήθηκαν όχι για να συζητήσουν γενικά την κλιματική κρίση, αλλά για να συζητήσουν το πιο δύσκολο, το πιο καθαρό και το πιο πολιτικό ερώτημα: πώς οργανώνουμε την αποχώρηση από τον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. 


Όχι θεωρητικά.


Όχι σε επίπεδο διακηρύξεων.


Αλλά με εθνικούς και περιφερειακούς οδικούς χάρτες, με εργαλεία για τις επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα, με συζήτηση για τις παγίδες χρέους, με νέους κανόνες για το εμπόριο υψηλής έντασης άνθρακα. Τα αποτελέσματα της Σάντα Μάρτα συγκροτήθηκαν γύρω από τρεις βασικές γραμμές εργασίας: οδικούς χάρτες απεξάρτησης, μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αντιμετώπιση του εμπορίου που παρατείνει την ορυκτή εξάρτηση.


Αυτή είναι η νέα γραμμή της διεθνούς πολιτικής. Όχι αν θα φύγουμε από τα ορυκτά καύσιμα.


Αλλά πώς.


Με ποιο ρυθμό.


Με ποια χρηματοδότηση.


Με ποια κοινωνική δικαιοσύνη.


Με ποια προστασία των εργαζομένων, των περιφερειών, των φτωχότερων χωρών, των νησιών, των νέων γενεών.


Και εδώ αρχίζει το ελληνικό πρόβλημα. Διότι στον κατάλογο των 57 χωρών που συμμετείχαν στη Σάντα Μάρτα εμφανίζονται η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία, η Σλοβενία, η Τουρκία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια.


Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται.


Και την ίδια στιγμή που ο κόσμος συζητά πώς θα φύγει από τα ορυκτά καύσιμα, η Ελλάδα κυρώνει τέσσερις συμβάσεις με την Chevron και την HELLENiQ Energy για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου.


Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά κάτι δύσκολο, αλλά αναγκαίο. Υπέρ της αρχής αυτής της κύρωσης τάχθηκαν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Δεν το λέω για να κάνω εύκολη κομματική αντιπαράθεση.


Το λέω γιατί αυτό είναι πολιτική αντίφαση. Και οι αντιφάσεις έχουν σημασία.


Ιδίως όταν αφορούν το μέλλον της χώρας.


Ιδίως όταν αφορούν την τσέπη των πολιτών.


Ιδίως όταν αφορούν τη δημοκρατική αξιοπιστία ενός χώρου που θέλει να ονομάζεται προοδευτικός.


Η Σάντα Μάρτα δεν ήταν απλώς μια ακόμη διεθνής συνάντηση. Ήταν μια μετατόπιση παραδείγματος. Μέχρι τώρα οι διεθνείς διαπραγματεύσεις μιλούσαν κυρίως για εκπομπές. Πόσο εκπέμπει κάθε χώρα, πώς μειώνει τις εκπομπές, τι στόχους βάζει.


Στη Σάντα Μάρτα τέθηκε το θεμέλιο: η ίδια η παραγωγή ορυκτών καυσίμων. Για τριάντα χρόνια διαπραγματευόμαστε τα συμπτώματα της κλιματικής κρίσης και συχνά αφήνουμε ανέγγιχτη την αιτία της.


Μιλάμε για μείωση εκπομπών, αλλά συνεχίζουμε να ανοίγουμε νέα πεδία εξόρυξης.


Μιλάμε για κλιματική ουδετερότητα, αλλά υπογράφουμε συμβάσεις που θα αποδώσουν —αν αποδώσουν— σε μια δεκαετία, όταν η Ευρώπη θα πρέπει ήδη να έχει μειώσει δραστικά τη ζήτηση για φυσικό αέριο.


Μιλάμε για ενεργειακή ασφάλεια, αλλά δένουμε τη χώρα σε νέες υποδομές, νέα συμφέροντα, νέα ρίσκα, νέα εξάρτηση.


Μιλάμε για φθηνή ενέργεια, αλλά ξέρουμε ότι το αέριο δεν θα πωλείται στον Έλληνα πολίτη σε ελληνική κοινωνική τιμή. Θα πωλείται με όρους αγοράς. Σε διεθνείς τιμές. Σε ένα σύστημα όπου ο καταναλωτής πληρώνει τη μεταβλητότητα, ενώ η εταιρεία διαχειρίζεται το κέρδος.


Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι αναβολή της πραγματικής στρατηγικής. Και η αναβολή, στην πολιτική, είναι επιλογή.


Στην Σάντα Μάρτα μίλησε ο Πρόεδρος της Κολομβίας, Gustavo Petro. Και είχε ιδιαίτερη σημασία ότι αυτά τα λόγια δεν τα είπε ένας πρόεδρος μιας χώρας που δεν έχει σχέση με τα ορυκτά καύσιμα. Τα είπε ο πρόεδρος μιας χώρας που εξαρτάται ακόμη από το πετρέλαιο και τον άνθρακα. Τα είπε ένας ηγέτης που ξέρει ότι η μετάβαση δεν είναι εύκολη. Ότι έχει κόστος. Ότι έχει κοινωνικές αντιστάσεις. Ότι αγγίζει εισοδήματα, θέσεις εργασίας, περιφέρειες, δημοσιονομικά έσοδα.


Ακριβώς γι’ αυτό τα λόγια του έχουν βάρος.


Είπε: “This is not economic suicide.” Δεν είναι οικονομική αυτοκτονία.


Και συνέχισε ότι το ζητούμενο είναι να αποφύγουμε κάτι πολύ βαθύτερο: “prevent the homicide of planet Earth.” 


Αυτή είναι η ουσία. Η οργανωμένη αποχώρηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι οικονομική αυτοκτονία. Η πραγματική αυτοκτονία είναι να επενδύεις σήμερα δημόσια πολιτική, διπλωματικό κεφάλαιο, θαλάσσιο χώρο, θεσμική προσοχή και προσδοκίες ανάπτυξης σε ένα μοντέλο που η ίδια η επιστήμη, η ίδια η αγορά και η ίδια η γεωπολιτική μάς λένε ότι τελειώνει.


Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι στο μονοπάτι καθαρών μηδενικών εκπομπών δεν απαιτούνται νέα πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου πέρα από όσα είχαν ήδη εγκριθεί. 


Η επιστήμη δεν λέει “ας δούμε”.


Δεν λέει “ας περιμένουμε”.


Δεν λέει “ας κάνουμε και λίγες εξορύξεις ακόμη, μήπως μας χρειαστούν”.


Λέει ότι τα παγκόσμια αέρια του θερμοκηπίου πρέπει να μειωθούν γρήγορα, βαθιά, σε αυτή τη δεκαετία και τις επόμενες, αν θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανό τον στόχο του 1,5 βαθμού.


Και για μια χώρα όπως η Ελλάδα, αυτό δεν είναι αφηρημένο.


Δεν είναι θεωρία.


Το ζήσαμε με τον Daniel.


Το ζήσαμε στη Θεσσαλία.


Το ζήσαμε με καλλιέργειες χαμένες, ζώα χαμένα, σπίτια πλημμυρισμένα, χωριά τραυματισμένα, δημόσιες υποδομές διαλυμένες.


Η ίδια η Ελλάδα υπολόγισε τις άμεσες ζημιές από τον Daniel στα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ όταν ζήτησε στήριξη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλληλεγγύης.


Αυτό πληρώνει ο πολίτης.


Το πληρώνει στον προϋπολογισμό.


Το πληρώνει στον ΕΛΓΑ.


Το πληρώνει στο κόστος τροφίμων.


Το πληρώνει στο εισόδημά του.


Το πληρώνει στον λογαριασμό του κράτους που πρέπει κάθε χρόνο να μπαλώνει καταστροφές που γίνονται πιο συχνές και πιο ακριβές.


Όταν λοιπόν κάποιος λέει ότι οι εξορύξεις θα φέρουν έσοδα, πρέπει να ρωτήσουμε: πότε;


Σε ποιον;


Με ποιο ρίσκο;


Με ποιο κόστος ευκαιρίας;


Και ποιος θα πληρώσει αν τα πράγματα πάνε στραβά;


Διότι εδώ υπάρχει μια μεγάλη πολιτική εξαπάτηση. Μας λένε ότι οι εξορύξεις θα μειώσουν το κόστος ενέργειας. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή εγγύηση γι’ αυτό. Το φυσικό αέριο, ακόμη και αν εξορυχθεί από ελληνική θαλάσσια περιοχή, θα ανήκει σε εμπορικό σχήμα, θα πωλείται σε αγορά, θα τιμολογείται με βάση διεθνείς συνθήκες. Δεν θα γίνει κοινωνικό αγαθό επειδή βγήκε από τη δική μας θάλασσα.


Η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα αφήγηση εξάρτησης. Χρειάζεται σχέδιο ενεργειακής κυριαρχίας. Και ενεργειακή κυριαρχία στον 21ο αιώνα δεν σημαίνει να περιμένεις μια πολυεθνική να σου βρει φυσικό αέριο στο βυθό σε βάθη υψηλού ρίσκου.


Σημαίνει να παράγεις φθηνή καθαρή ενέργεια.


Σημαίνει δίκτυα.


Σημαίνει αποθήκευση.


Σημαίνει ενεργειακές κοινότητες.


Σημαίνει εξοικονόμηση στα σπίτια.


Σημαίνει δημόσιες μεταφορές.


Σημαίνει αντλίες θερμότητας.


Σημαίνει φωτοβολταϊκά στις στέγες, στα σχολεία, στους δήμους, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.


Σημαίνει να προστατεύεις τον πολίτη από τη μεταβλητότητα του φυσικού αερίου, όχι να τον δένεις ξανά σε αυτήν.


Μας λένε ότι οι εξορύξεις ενισχύουν την εθνική κυριαρχία. Η κυριαρχία, φίλες και φίλοι, δεν είναι να μετατρέπεις τη θάλασσά σου σε επενδυτικό τεμάχιο μιας πολυεθνικής.


Η κυριαρχία ασκείται με διεθνές δίκαιο.


Με ισχυρή διπλωματία.


Με προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.


Με αξιόπιστη νησιωτική πολιτική.


Με πράσινες ηλεκτρικές διασυνδέσεις.


Με ασφάλεια τροφοδοσίας από εγχώριες ανανεώσιμες πηγές.


Με δημόσιο έλεγχο κρίσιμων υποδομών.


Με συμμετοχή των κοινωνιών στις αποφάσεις που επηρεάζουν τον τόπο τους.


Η κυριαρχία δεν είναι να λες ότι είσαι ενεργειακός κόμβος ενώ παραμένεις κόμβος διέλευσης, κόμβος εξάρτησης, κόμβος κερδοφορίας άλλων. Η κυριαρχία είναι να μπορεί ο πολίτης να έχει σταθερή και προσιτή ενέργεια χωρίς να εξαρτάται από πολέμους, χρηματιστήρια, αγωγούς, FSRU και γεωπολιτικές συναλλαγές.


Μας λένε ότι θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Ναι, κάθε δραστηριότητα δημιουργεί κάποιες θέσεις εργασίας. Το ερώτημα είναι ποιες, πόσες, για πόσο, με ποιο κόστος και σε βάρος ποιας άλλης οικονομικής δραστηριότητας.


Οι εξορύξεις είναι κεφαλαιουχικές δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας και περιορισμένης απασχόλησης. Δεν είναι σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης για μια χώρα με νέους επιστήμονες, τεχνίτες, μηχανικούς, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και περιφέρειες που χρειάζονται άμεση δουλειά.


Αντίθετα, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, η αποθήκευση, τα δίκτυα, οι ΑΠΕ, η τοπική παραγωγή ενέργειας, η ανθεκτικότητα των δήμων, τα αντιπλημμυρικά έργα, η αποκατάσταση οικοσυστημάτων, η βιώσιμη γεωργία, ο εκσυγχρονισμός της μεταποίησης δημιουργούν περισσότερες, πιο διάχυτες και πιο σταθερές θέσεις εργασίας.


Και κυρίως δημιουργούν αξία εκεί όπου ζει ο πολίτης.


Στη γειτονιά.


Στο χωριό.


Στο νησί.


Στον δήμο.


Στη μικρή επιχείρηση.


Στην περιφέρεια.


Αυτό είναι το πραγματικό εθνικό σχέδιο. Όχι μια υπόσχεση εσόδων μετά το 2035, αν βρεθεί κοίτασμα, αν είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμο, αν οι τιμές το επιτρέψουν, αν οι κλιματικοί κανόνες δεν το καταστήσουν παρωχημένο, αν η αγορά δεν έχει ήδη αλλάξει.


Πόσα “αν” χρειάζεται μια χώρα για να βαφτίσει στρατηγική μια αβεβαιότητα;


Μας λένε ότι η τεχνολογία κάνει τις εξορύξεις ασφαλείς. Η τεχνολογία μειώνει τον κίνδυνο. Δεν τον καταργεί.


Και η Μεσόγειος δεν είναι απέραντος ωκεανός όπου ένα ατύχημα μπορεί να χαθεί στον χάρτη. Είναι κλειστή θάλασσα. Είναι τουρισμός. Είναι αλιεία. Είναι βιοποικιλότητα. Είναι η Ελληνική Τάφρος. Είναι φυσητήρες, ζιφιοί, θαλάσσια οικοσυστήματα που ήδη πιέζονται από θόρυβο, ρύπανση, υπεραλίευση, κλιματική αλλαγή.


Ένα μεγάλο ατύχημα σε βαθιά νερά δεν θα πλήξει μόνο το περιβάλλον.


Θα πλήξει τον τουρισμό.


Θα πλήξει τις παράκτιες οικονομίες.


Θα πλήξει την εικόνα της χώρας.


Θα πλήξει επαγγέλματα που ζουν από τη θάλασσα χωρίς να την καταστρέφουν.


Και το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: ποιος ασφαλίζει αυτό το ρίσκο;


Ποιος πληρώνει αν συμβεί;


Ποιος αποζημιώνει τον ψαρά;


Ποιος αποζημιώνει τον ξενοδόχο;


Ποιος αποκαθιστά το οικοσύστημα;


Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές;


Δεν αρκεί να μας πουν ότι υπάρχουν πρωτόκολλα ασφαλείας. Στην πολιτική δημόσιου συμφέροντος δεν αρκεί το “μην ανησυχείτε”.


Χρειάζεται λογοδοσία.


Χρειάζεται επιστήμη.


Χρειάζεται πρόληψη.


Χρειάζεται δημοκρατική συναίνεση.


Και εδώ υπάρχει το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα. Το δημοκρατικό πρόβλημα.


Η Σάντα Μάρτα έδωσε σημασία στη συμμετοχή επιστημόνων, κοινωνίας των πολιτών, αυτόχθονων κοινοτήτων, κυβερνήσεων, υπουργών, εμπειρογνωμόνων. Δεν ήταν απλώς διαπραγμάτευση πίσω από κλειστές πόρτες. Ήταν μια προσπάθεια να τεθεί το δύσκολο ζήτημα της αποχώρησης από τα ορυκτά καύσιμα ως ζήτημα δημοκρατικής διακυβέρνησης.


Στην Ελλάδα, αντίθετα, συζητάμε τις συμβάσεις ως τεχνικό ζήτημα.


Σαν να είναι μια ακόμη επένδυση.


Σαν να αφορά μόνο υπουργεία, εταιρείες και νομικά κείμενα.


Όμως οι εξορύξεις δεν είναι απλή επένδυση.


Είναι επιλογή αναπτυξιακού μοντέλου.


Είναι επιλογή ενεργειακής γεωπολιτικής.


Είναι επιλογή για τη θάλασσα.


Είναι επιλογή για τα νησιά.


Είναι επιλογή για τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.


Είναι επιλογή για το πού θα πάνε τα κεφάλαια, οι δημόσιες εγγυήσεις, η θεσμική προσοχή, η διπλωματική ενέργεια.


Και τέτοιες επιλογές δεν γίνονται με διαδικασίες κλειστού κύκλου.


Δεν γίνονται χωρίς πραγματική διαβούλευση.


Δεν γίνονται χωρίς ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση.


Δεν γίνονται χωρίς κλιματικό προϋπολογισμό.


Δεν γίνονται χωρίς να λες καθαρά στον πολίτη: αυτό θα κοστίσει τόσο, θα αποδώσει τότε, έχει αυτούς τους κινδύνους, αυτές τις εναλλακτικές, αυτά τα μέτρα προστασίας.


Στη δημοκρατία, η αλήθεια προηγείται της συγκατάθεσης. Και στην υπόθεση των εξορύξεων, η αλήθεια κρύβεται πίσω από μεγάλες λέξεις.


“Ενεργειακός κόμβος.”


“Γεωστρατηγική αναβάθμιση.”


“Εθνικό συμφέρον.”


“Ανάπτυξη.”


Όμως οι λέξεις αυτές, χωρίς λογοδοσία, γίνονται επικοινωνιακό κάλυμμα.


Το εθνικό συμφέρον δεν είναι το συμφέρον μιας σύμβασης. Είναι το συμφέρον της κοινωνίας να ζει με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική.


Το εθνικό συμφέρον δεν είναι να ψάχνεις νέο αέριο σε μια ήπειρο που πρέπει να φύγει από το αέριο. Είναι να γίνεις η χώρα που μειώνει πρώτη το κόστος ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσα από καθαρή παραγωγή, εξοικονόμηση, αποθήκευση και δημοκρατική συμμετοχή.


Εδώ ακριβώς πρέπει να απευθυνθώ στον χώρο που με φιλοξενεί σήμερα.


Φίλες και φίλοι της ΠΑΣΠ, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι οποιοδήποτε κόμμα σε αυτή τη συζήτηση. Έχει ιστορική ευθύνη. Ο Γιώργος Παπανδρέου μίλησε για πράσινη ανάπτυξη όταν στην Ελλάδα πολλοί ακόμη τη θεωρούσαν περιθωριακή ιδέα. Ο προοδευτικός χώρος μίλησε για συμμετοχική δημοκρατία, για ανοικτή διακυβέρνηση, για διεθνή συνεργασία, για δίκαιη μετάβαση.


Άρα το ερώτημα είναι πολιτικά καθαρό:


  • Πώς μπορεί ένας χώρος με αυτή την ιστορία να υπερψηφίζει επί της αρχής νέες συμβάσεις υδρογονανθράκων, την ίδια στιγμή που η διεθνής προοδευτική ατζέντα μετακινείται προς οργανωμένη αποχώρηση από τα ορυκτά καύσιμα;

  • Πώς μπορεί να μιλά για νέα γενιά και να ψηφίζει συμβάσεις που θα δεσμεύσουν τη χώρα σε ένα μοντέλο της παλιάς γενιάς;

  • Πώς μπορεί να μιλά για κοινωνικό κράτος όταν παρατείνει την ενεργειακή εξάρτηση που χτυπά πρώτα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα;

  • Πώς μπορεί να μιλά για παραγωγική ανασυγκρότηση όταν δεν βάζει στο κέντρο τα δίκτυα, την αποθήκευση, τις ενεργειακές κοινότητες, τη βιομηχανία καθαρής τεχνολογίας, την αγροτική ανθεκτικότητα;

  • Πώς μπορεί να μιλά για πατριωτική ευθύνη όταν η μεγαλύτερη απειλή για την ελληνική ασφάλεια —η κλιματική αποσταθεροποίηση της Μεσογείου— αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα;


Το λέω με σεβασμό, αλλά και με σαφήνεια. Η ψήφος υπέρ των συμβάσεων Chevron δεν είναι πράξη προοδευτικού ρεαλισμού. Είναι πράξη παλαιού αναπτυξιακού αυτοματισμού. Είναι η λογική ότι ανάπτυξη σημαίνει ό,τι εξορύσσεται, ό,τι τσιμεντώνεται, ό,τι ιδιωτικοποιείται, ό,τι παραχωρείται, ό,τι υπόσχεται έσοδα αργότερα και μεταθέτει το κόστος αλλού.


Αυτή η λογική μάς έφερε έως εδώ. Δεν θα μας πάει παραπέρα.


Ο προοδευτικός ρεαλισμός σήμερα είναι άλλος. Είναι να λες την αλήθεια για το φυσικό αέριο. Ότι δεν είναι πλέον γέφυρα. Όταν η γέφυρα οδηγεί μετά το 2040, δεν είναι γέφυρα. Είναι αδιέξοδο.


Είναι να λες την αλήθεια για την οικονομία. Ότι η πράσινη μετάβαση δεν είναι πολυτέλεια των πλουσίων, αλλά ο μόνος τρόπος να μειώσουμε μόνιμα την έκθεση των φτωχότερων στη μεταβλητότητα των ορυκτών καυσίμων.


Είναι να λες την αλήθεια για την ασφάλεια. Ότι ασφάλεια δεν είναι να αλλάζεις προμηθευτή αερίου. Είναι να μειώνεις την ανάγκη σου για αέριο.


Είναι να λες την αλήθεια για τη δημοκρατία. Ότι οι πολίτες δεν μπορούν να καλούνται απλώς να αποδεχθούν αποφάσεις που λαμβάνονται στο όνομα της ανάπτυξης. Πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό του μέλλοντός τους.


Και είναι να λες την αλήθεια για την Ευρώπη. Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μία, έχει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, τον Κλιματικό Νόμο, τους στόχους για το 2030, την ανάγκη για βαθιά μείωση εκπομπών έως το 2040. Από την άλλη, βλέπουμε κυβερνήσεις να υποχωρούν μπροστά στην πίεση των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, να καθυστερούν, να βαφτίζουν την αδράνεια ρεαλισμό, να παρουσιάζουν την πράσινη μετάβαση ως βάρος και όχι ως την αναγκαία βάση κοινωνικής προστασίας.


Η Ελλάδα πρέπει να διαλέξει σε ποια Ευρώπη ανήκει. Στην Ευρώπη που πηγαίνει στη Σάντα Μάρτα και συζητά οδικούς χάρτες εξόδου από τα ορυκτά καύσιμα; Ή στην Ευρώπη που κλείνει συμφωνίες για νέα ορυκτή εξάρτηση ενώ η επιστήμη δείχνει την αντίθετη κατεύθυνση;


Η Γαλλία, για παράδειγμα, παρουσίασε στη Σάντα Μάρτα εθνικό οδικό χάρτη με στόχους για σταδιακή αποχώρηση από άνθρακα, πετρέλαιο και αέριο.


Η Ελλάδα, αντί να παρουσιάζει αντίστοιχο σχέδιο, παρουσιάζει συμβάσεις με την Chevron. Αυτή είναι η ελληνική απόκλιση. Και αυτή η απόκλιση έχει συνέπειες.


Δεν είναι συμβολική.


Σημαίνει ότι η χώρα στέλνει λάθος σήμα στις αγορές, στους δήμους, στους επενδυτές, στους νέους επιστήμονες, στους πολίτες.


Αν το κράτος λέει “το μέλλον είναι οι εξορύξεις”, τότε ποιος θα πιστέψει ότι το μεγάλο εθνικό σχέδιο είναι η εξοικονόμηση, η αποθήκευση, η καθαρή βιομηχανία, οι ενεργειακές κοινότητες, τα δίκτυα, η κλιματική ανθεκτικότητα;


Αν το κράτος λέει “η θάλασσα είναι πεδίο υδρογονανθράκων”, τότε πώς θα χτίσουμε σοβαρή γαλάζια οικονομία, θαλάσσια προστασία, βιώσιμο τουρισμό, αλιεία χαμηλού αντίκτυπου, θαλάσσια βιοποικιλότητα;


Αν το κράτος λέει “θα γίνουμε κόμβος φυσικού αερίου”, τότε πώς θα γίνουμε κόμβος πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, αποθήκευσης, διασυνδέσεων, καθαρής τεχνολογίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη;


Οι χώρες δεν μπορούν να στέλνουν δύο αντίθετα μηνύματα ταυτόχρονα και να περιμένουν σοβαρό αποτέλεσμα.


Δεν γίνεται να είσαι και χώρα εξορύξεων και χώρα κλιματικής πρωτοπορίας.


Δεν γίνεται να λες στους νέους “μείνετε εδώ για να χτίσετε το μέλλον” και να τους προσφέρεις οικονομία παρελθόντος.


Δεν γίνεται να λες στους αγρότες “θα σας προστατεύσουμε από την κλιματική κρίση” και να συνεχίζεις να επενδύεις στο μοντέλο που την επιτείνει.


Δεν γίνεται να λες στους πολίτες “θα μειώσουμε τους λογαριασμούς” και να τους ξαναδένεις σε ένα καύσιμο που έχει αποδείξει ότι μπορεί να εκτινάξει τις τιμές από τη μια στιγμή στην άλλη.


Το βασικό επιχείρημα κατά των εξορύξεων είναι τελικά αυτό:


δεν απαντούν στο πραγματικό πρόβλημα της χώρας.


Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν έχει αρκετό φυσικό αέριο δικό της.


Το πρόβλημα είναι ότι εξαρτάται υπερβολικά από ακριβή και εισαγόμενα καύσιμα.


Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε αρκετές συμβάσεις υδρογονανθράκων.


Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε αρκετό δίκτυο για τις ΑΠΕ, αρκετή αποθήκευση, αρκετή κοινωνική συμμετοχή, αρκετή εξοικονόμηση, αρκετή προστασία από την ενεργειακή φτώχεια.


Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε νέες γεωτρήσεις.


Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε παλιά σπίτια που χάνουν ενέργεια, δημόσια κτίρια που σπαταλούν ενέργεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που πληρώνουν ακριβό ρεύμα, αγρότες που δεν έχουν πρόσβαση σε φθηνή αυτοπαραγωγή.


Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν είμαστε αρκετά βαθιά μέσα στην αγορά φυσικού αερίου.


Το πρόβλημα είναι ότι είμαστε ήδη πολύ βαθιά.


Άρα η προοδευτική πρόταση δεν μπορεί να είναι απλώς “όχι στις εξορύξεις”. Το “όχι” είναι αναγκαίο, αλλά δεν αρκεί.


Χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο. Έναν ελληνικό οδικό χάρτη τύπου Σάντα Μάρτα.


Πρώτον, άμεσο μορατόριουμ σε νέες άδειες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.


Όχι γιατί δεν χρειαζόμαστε ενέργεια. Αλλά γιατί ακριβώς χρειαζόμαστε φθηνή, ασφαλή και δημοκρατικά ελεγχόμενη ενέργεια.


Δεύτερον, ανεξάρτητη επιστημονική επιτροπή για το κλίμα και την ενέργεια, με καθαρή εντολή να αξιολογεί κάθε μεγάλη ενεργειακή απόφαση με βάση τους στόχους του 2030, του 2040 και του 2050. Δεν μπορεί η επιστήμη να είναι διακοσμητική. Δεν μπορεί να τη θυμόμαστε όταν βολεύει. Η επιστήμη πρέπει να είναι το ηθικό ελάχιστο της δημόσιας πολιτικής.


Τρίτον, εθνικό πρόγραμμα ενεργειακής δημοκρατίας.


Φωτοβολταϊκά σε στέγες. Αυτοπαραγωγή για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ενεργειακές κοινότητες με πραγματική πρόσβαση στο δίκτυο. Προτεραιότητα στους δήμους, στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στις αγροτικές κοινότητες, στους συνεταιρισμούς. Να μην παρακολουθεί ο πολίτης την ενεργειακή μετάβαση ως θεατής. Να γίνει συνιδιοκτήτης της.


Τέταρτον, μαζικό πρόγραμμα εξοικονόμησης και ανακαίνισης κατοικιών.


Αυτό είναι το πιο άμεσο κοινωνικό μέτρο. Γιατί μειώνει τον λογαριασμό. Μειώνει την ενεργειακή φτώχεια. Δημιουργεί δουλειές. Στηρίζει τεχνικά επαγγέλματα. Αυξάνει την αξία των κατοικιών. Προστατεύει την υγεία. Και μειώνει την ανάγκη για εισαγόμενα καύσιμα.


Πέμπτον, δίκτυα και αποθήκευση ως εθνική προτεραιότητα.


Η Ελλάδα έχει ήδη ανανεώσιμο δυναμικό. Αυτό που λείπει είναι δημόσιος σχεδιασμός. Χωρίς δίκτυα, κόβουμε καθαρή ενέργεια. Χωρίς αποθήκευση, χάνουμε αξία. Χωρίς ηλεκτρικό χώρο για μικρούς παραγωγούς, η μετάβαση γίνεται προνόμιο λίγων μεγάλων παικτών. Και χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, η μετάβαση χάνει τη δημοκρατική της βάση.


Έκτον, νέα νησιωτική πολιτική.


Τα νησιά δεν πρέπει να είναι οι τελευταίοι καταναλωτές ακριβών καυσίμων. Μπορούν να γίνουν πρώτοι κόμβοι καθαρής ενέργειας, εξοικονόμησης νερού, κυκλικής οικονομίας, βιώσιμης κινητικότητας, ανθεκτικότητας. Η νησιωτικότητα δεν είναι μειονέκτημα. Είναι εργαστήριο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Αλλά αυτό απαιτεί πολιτική συνοχής, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, συμμετοχή των δήμων και προστασία των κοινών αγαθών.


Έβδομον, κλιματική ανθεκτικότητα ως νέα δημοσιονομική προτεραιότητα.


Αν ξέρουμε ότι οι ζημιές από πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασία και καύσωνες θα αυξάνονται, τότε η πρόληψη δεν είναι δαπάνη. Είναι εξοικονόμηση. Κάθε ευρώ σε αντιπλημμυρικά, φυσικές υποδομές, αποκατάσταση εδαφών, αναδάσωση, πολιτική προστασία, διαχείριση νερού, ανθεκτική γεωργία, μειώνει μελλοντικές απώλειες.


Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα αφήγημα “ανάπτυξης” που στέλνει τον λογαριασμό στο μέλλον. Χρειάζεται προϋπολογισμό προστασίας του μέλλοντος.


Όγδοον, ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για Μεσογειακή Συμμαχία Απεξάρτησης από τα Ορυκτά Καύσιμα.


Η Μεσόγειος είναι από τις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη στην κλιματική κρίση. Η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Μάλτα, η Γαλλία, οι χώρες των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής έχουν κοινό συμφέρον: ενέργεια καθαρή, φθηνή, διασυνδεδεμένη, δίκαιη.


Αυτό θα ήταν πραγματική γεωπολιτική πρωτοβουλία. Όχι να ψάχνουμε νέα κοιτάσματα σε μια θάλασσα που θερμαίνεται και πιέζεται. Αλλά να χτίσουμε μια νέα αρχιτεκτονική κοινής ενεργειακής ασφάλειας.


Και ένατο, ένταξη της Ελλάδας στην επόμενη διαδικασία της Σάντα Μάρτα.


Το 2027 η δεύτερη σύνοδος θα συνδιοργανωθεί από το Τουβαλού και την Ιρλανδία. Η Ελλάδα πρέπει να είναι εκεί. Όχι ως παρατηρητής.


Ως χώρα με σχέδιο.


Με δεσμεύσεις.


Με χρηματοδοτικό εργαλείο.


Με οδικό χάρτη.


Με κοινωνική συμμετοχή.


Με δήμους, περιφέρειες, επιστήμονες, εργαζόμενους, αγρότες, νησιά, νέους ανθρώπους στο τραπέζι.


Αυτό σημαίνει προοδευτική πολιτική σήμερα.


Όχι να χειροκροτούμε τη μετάβαση γενικά και να ψηφίζουμε εξορύξεις ειδικά.


Όχι να μιλάμε για κλιματική δικαιοσύνη στα συνέδρια και να παραχωρούμε θαλάσσιες περιοχές στο παλιό μοντέλο.


Όχι να μιλάμε για το μέλλον της νέας γενιάς και να της αφήνουμε συμβάσεις, ρίσκα και χρέη.


Ο Gustavo Petro το είπε με τον πιο καθαρό τρόπο: “Between fossil capital and life: we unequivocally choose life.” Αυτή η φράση μπορεί να ακούγεται μεγάλη. Αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πρακτική.


Σημαίνει: επιλέγουμε τον λογαριασμό του πολίτη αντί για την κερδοφορία της εξάρτησης.


Σημαίνει: επιλέγουμε τον αγρότη που χρειάζεται νερό, έδαφος και σταθερό κόστος παραγωγής.


Σημαίνει: επιλέγουμε τον νέο άνθρωπο που χρειάζεται δουλειά σε κλάδους του μέλλοντος, όχι συμβολικές υποσχέσεις από κλάδους του παρελθόντος.


Σημαίνει: επιλέγουμε τον δήμο που χρειάζεται ανθεκτικότητα.


Σημαίνει: επιλέγουμε το νησί που χρειάζεται ενεργειακή αυτονομία.


Σημαίνει: επιλέγουμε τη θάλασσα ως κοινό αγαθό, όχι ως οικόπεδο.


Σημαίνει: επιλέγουμε τη δημοκρατία απέναντι στην τεχνοκρατική αδράνεια.


Και σημαίνει, κυρίως, ότι δεν επιτρέπουμε στην πολιτική να κρύβεται πίσω από τη λέξη “ρεαλισμός”.


Ρεαλισμός δεν είναι να αγνοείς τη φυσική.


Ρεαλισμός δεν είναι να αγνοείς την επιστήμη.


Ρεαλισμός δεν είναι να αγνοείς το κόστος των καταστροφών.


Ρεαλισμός δεν είναι να υποτιμάς την ταχύτητα της τεχνολογικής αλλαγής.


Ρεαλισμός δεν είναι να επενδύεις σήμερα σε υποδομές που αύριο θα πρέπει να αποσβεστούν πολιτικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά.


Ρεαλισμός είναι να βλέπεις τον κόσμο όπως αλλάζει.


Και ο κόσμος αλλάζει.


Η καθαρή ενέργεια γίνεται η βάση της νέας βιομηχανικής πολιτικής.


Οι πόλεις ζητούν ανθεκτικότητα.


Οι νέοι ζητούν ζωή με προοπτική.


Οι αγρότες ζητούν προστασία από την κλιματική αστάθεια.


Τα νοικοκυριά ζητούν σταθερούς λογαριασμούς.


Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ζητούν προβλέψιμο κόστος.


Η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία.


Και η Μεσόγειος μάς προειδοποιεί κάθε καλοκαίρι ότι ο παλιός κόσμος τελειώνει.


Το ερώτημα είναι αν θα τον εγκαταλείψουμε οργανωμένα, δίκαια και δημοκρατικά ή αν θα τον παρατείνουμε μέχρι να καταρρεύσει πάνω μας.


Αυτό είναι το δίλημμα.


Και εδώ, φίλες και φίλοι, υπάρχει μια ιδιαίτερη ευθύνη της νεολαίας. Όχι γιατί η νέα γενιά πρέπει να σηκώσει μόνη της το βάρος. Το αντίθετο.


Η δική μας γενιά, οι γενιές που κυβέρνησαν, νομοθέτησαν, επένδυσαν, σχεδίασαν ή απέτυχαν να σχεδιάσουν, έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη.


Αλλά η νέα γενιά έχει κάτι που η πολιτική συχνά χάνει: την αίσθηση του χρόνου. Ξέρει ότι το 2050 δεν είναι αφηρημένο. Θα είναι τότε ζωντανή, εργαζόμενη, γονιός, πολίτης.


Ξέρει ότι το 2040 δεν είναι μακρινός στόχος. Είναι η ζωή της.


Ξέρει ότι το 2030 δεν είναι τεχνική ημερομηνία. Είναι αύριο το πρωί.


Γι’ αυτό και η ΠΑΣΠ, αν θέλει να είναι πραγματικά προοδευτική νεολαία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την πράσινη μετάβαση ως παράρτημα της πολιτικής. Πρέπει να την κάνει κέντρο της πολιτικής. Να απαιτήσει από το ΠΑΣΟΚ καθαρή θέση. Όχι γενική αναφορά στην πράσινη ανάπτυξη.


Καθαρή θέση για τις εξορύξεις.


Καθαρή θέση για την Chevron.


Καθαρή θέση για το φυσικό αέριο.


Καθαρή θέση για τα δίκτυα.


Καθαρή θέση για τις ενεργειακές κοινότητες.


Καθαρή θέση για τη συμμετοχή των πολιτών.


Καθαρή θέση για το πώς μειώνεται ο λογαριασμός του ρεύματος.


Καθαρή θέση για το πώς προστατεύεται το εισόδημα.


Καθαρή θέση για το πώς η Ελλάδα θα πάψει να είναι ουραγός και θα γίνει πρωτοπόρος.


Το ερώτημα προς το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αν είναι υπέρ ή κατά της ανάπτυξης. Όλοι υπέρ της ανάπτυξης είμαστε. Το ερώτημα είναι: ποια ανάπτυξη;


Ανάπτυξη που εγκλωβίζει τη χώρα σε νέα ορυκτά ρίσκα; Ή ανάπτυξη που μειώνει το κόστος ζωής, δημιουργεί δουλειές, προστατεύει τα δημόσια αγαθά και χτίζει ανθεκτικότητα;


Ανάπτυξη για λίγους μεγάλους ισολογισμούς; Ή ανάπτυξη που παράγει δημόσια αξία;


Ανάπτυξη που περιμένει αβέβαια έσοδα μετά από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια; Ή ανάπτυξη που μειώνει άμεσα τον λογαριασμό του σχολείου, του νοσοκομείου, του νοικοκυριού, της μικρής επιχείρησης;


Ανάπτυξη που αντιμετωπίζει τη θάλασσα ως υπέδαφος; Ή ανάπτυξη που τη βλέπει ως ζωή, τροφή, τουρισμό, οικοσύστημα, κοινό αγαθό;


Αυτή είναι η πραγματική πολιτική διαφορά. Και δεν λύνεται με επικοινωνιακές ισορροπίες. Λύνεται με επιλογές.


Η Νέα Δημοκρατία έχει κάνει τη δική της επιλογή. Έχει επιλέξει ένα μοντέλο όπου η αγορά προηγείται του σχεδίου, οι ισχυροί παίκτες προηγούνται της κοινωνικής συμμετοχής, και η ενεργειακή πολιτική παρουσιάζεται ως γεωπολιτικό θέαμα.


Το ερώτημα είναι τι κάνει ο προοδευτικός χώρος. Θα ακολουθήσει; Θα διαχειριστεί; Θα προσπαθήσει να φαίνεται υπεύθυνος υιοθετώντας τον πυρήνα της ίδιας στρατηγικής;

Ή θα ανοίξει πραγματικά νέο δρόμο;


Η ευθύνη της κεντροαριστεράς και της αριστεράς σήμερα δεν είναι να προσφέρει μια πιο ευγενική εκδοχή του παλιού μοντέλου. Είναι να σχεδιάσει το νέο.


Με επιστήμη.


Με δικαιοσύνη.


Με δημόσιες επενδύσεις.


Με κοινωνική λογοδοσία.


Με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.


Με καθαρούς στόχους.


Με μετρήσιμα αποτελέσματα.


Με προστασία των πιο ευάλωτων.


Και με το θάρρος να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που κερδίζουν από την καθυστέρηση.


Στη Σάντα Μάρτα, μια πετρελαιοπαραγωγός χώρα είπε στον κόσμο ότι πρέπει να οργανώσει το τέλος της εξάρτησής της από το πετρέλαιο και τον άνθρακα.


Στην Ελλάδα, μια χώρα χωρίς βιομηχανική μονοκαλλιέργεια υδρογονανθράκων, μια χώρα με ήλιο, άνεμο, θάλασσα, επιστήμονες, νησιά, πόλεις, αγροτική παραγωγή, ευρωπαϊκούς πόρους, επιλέγει να μπει αργά σε ένα παιχνίδι που τελειώνει.


Αυτό δεν είναι διορατικότητα. Είναι καθυστέρηση μεταμφιεσμένη σε στρατηγική. Και η καθυστέρηση έχει πάντα κόστος.


Το πληρώνει ο πολίτης στον λογαριασμό.


Το πληρώνει ο αγρότης στην παραγωγή.


Το πληρώνει ο νέος στην προοπτική.


Το πληρώνει ο δήμος στην καταστροφή.


Το πληρώνει η χώρα στην αξιοπιστία της.


Γι’ αυτό σήμερα, από εδώ, από μια εκδήλωση της ΠΑΣΠ, θέλω να πω κάτι καθαρό:


η προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα πρέπει να αποσύρει τη στήριξή της από τη νέα ορυκτή περιπέτεια.


Πρέπει να ζητήσει εθνικό μορατόριουμ στις νέες εξορύξεις.


Πρέπει να απαιτήσει εθνικό σχέδιο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.


Πρέπει να ζητήσει συμμετοχή της Ελλάδας στην επόμενη διαδικασία της Σάντα Μάρτα με δικό της οδικό χάρτη.


Πρέπει να μεταφέρει τη δημόσια χρηματοδότηση από την εξάρτηση στην ανθεκτικότητα.


Πρέπει να πει ότι οι θάλασσες, το κλίμα, η ενέργεια και το εισόδημα των πολιτών δεν είναι πεδίο επικοινωνιακής διαχείρισης. Είναι δημόσια αγαθά. Και τα δημόσια αγαθά χρειάζονται δημόσιες αποφάσεις, όχι αποφάσεις που έρχονται έτοιμες από συμβάσεις.


Φίλες και φίλοι,


η Ελλάδα έχει ακόμη επιλογή.


Μπορεί να γίνει χώρα που κυνηγά το τελευταίο τρένο του φυσικού αερίου. Ή μπορεί να γίνει χώρα που σχεδιάζει πρώτη τη μετάβαση με δικαιοσύνη.


Μπορεί να γίνει ουραγός ενός παλιού ενεργειακού συστήματος. Ή μπορεί να γίνει πρωταγωνίστρια μιας νέας μεσογειακής πράσινης στρατηγικής.


Μπορεί να αφήσει τον πολίτη εκτεθειμένο σε τιμές, καταστροφές και αβεβαιότητα. Ή μπορεί να τον προστατεύσει με φθηνή καθαρή ενέργεια, ανθεκτικές υποδομές, ενεργειακή δημοκρατία και πραγματική κοινωνική πολιτική.


Αυτή είναι η επιλογή.


Δεν είναι ανάμεσα στην ανάπτυξη και την οικολογία. Είναι ανάμεσα στην παλιά εξάρτηση και τη νέα ασφάλεια.


Δεν είναι ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ουτοπία. Είναι ανάμεσα στον κακό ρεαλισμό της καθυστέρησης και στον δύσκολο ρεαλισμό της αλλαγής.


Δεν είναι ανάμεσα στην οικονομία και τη ζωή. Είναι ανάμεσα σε μια οικονομία που υπηρετεί τη ζωή και σε μια οικονομία που την υπονομεύει.


Ο Petro έθεσε το δίλημμα παγκόσμια. Εμείς πρέπει να το θέσουμε ελληνικά.


Ανάμεσα στο ορυκτό κεφάλαιο και τη ζωή, επιλέγουμε τη ζωή.


Ανάμεσα στη νέα εξάρτηση και την ενεργειακή δημοκρατία, επιλέγουμε την ενεργειακή δημοκρατία.


Ανάμεσα στις συμβάσεις του παρελθόντος και στην ασφάλεια των επόμενων γενεών, επιλέγουμε τις επόμενες γενιές.


Και αυτό δεν είναι σύνθημα.


Είναι πρόγραμμα.


Είναι δημοκρατικό καθήκον.


Είναι η μόνη σοβαρή πολιτική για μια χώρα που θέλει να ζήσει με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη στον 21ο αιώνα.


Σας ευχαριστώ για το χρόνο και την προσοχή σας


 
 
bottom of page